Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Πως να κερδίσετε την καρδιά μιας κοπέλας πιο όμορφης από εσάς



Μα φυσικά με το χιούμορ
λένε οι φίλοι μου
αλλά και ο περισσότερος κόσμος.
Δεν πειράζει για τη φάτσα σου
φέρσου φυσικά, κάνε την να γελάσει,
περάστε καλά μαζί,
παίξτε παντομίμα, μπόουλινγκ,,
αγοράστε παγωτό,
αλλά φρόντισε να σου πέσει
προτού προλάβεις να φας.
Να είσαι αστείος, αστείος, αστείος,
να μη μελαγχολείς
και όλα θα πάνε καλά
η εμφάνιση δεν μετράει και τόσο,
απλά φρόντισε να κινείσαι ανάμεσα στα αντικείμενα του χώρου
σαν να ήσασταν κάποτε συγγενείς.
Να κάνεις αστείες γκριμάτσες
αλλά να μην πίνεις περισσότερη μπύρα από εκείνη.
Καταπίεσε τις τάσεις σου
για πρώτα ραντεβού με σκυμμένα κεφάλια και ενοχές και θανάτους κι υγρές κάλτσες
και τις ελπίδες
για αποχαιρετισμούς σε ζωολογικούς κήπους ταΐζοντας ελέφαντες απ’ το χέρι σου.
Να περπατάς χαμογελαστά στο δρόμο, να μη σέρνεσαι, να μη κοιτάς κάτω.
Δε σου πάει καθόλου!
Χαιρέτα, βοήθα, κέρνα μαλλί της γριάς τους περαστικούς.
Φρόντισε να μην κρυφτείς, μα και να μην εξομολογηθείς ποτέ
τον βαθύ τρόμο του να ζεις μαζί τους στον ίδιο τόπο.
δεν θα ‘ταν αστείο.
πρέπει να είσαι αστείος.
γιατί εδώ ο έρωτας είναι μια παρτίδα σκάκι
κι αν σ’ αρέσει περισσότερο το τάβλι υπάρχουν και τα μπουρδέλα ή τα μοναστήρια ή

ένα λευκό-λευκό δωματιάκι που κάποιοι καλοί κύριοι σου επιτρέπουν επιτέλους
για πρώτη φορά να είσαι ο εαυτός σου.

Φρικτό ε;
 
Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις!

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Γράμματα στην Ν. #10


Ήταν Ιούλης του 2017 και...

Άσχετο darling αλλά αφού συνεχίζουμε να τα λέμε, θα ήθελα να σου γράψω, πως είμαι περίπου τόσο τεχνοφοβικός αναφορικά με τα social media, όσο τα χρησιμοποιώ, δηλαδή πάρα πολύ. Σκεφτόμουν εδώ και πολύ καιρό να δοκιμάσω ένα καινούργιο αλλά δεν μπορώ με τίποτα να καταλάβω τον τρόπο λειτουργίας του. Άσε καλύτερα, facebook και blogger, πάντα με ρουφιάνους έκανα παρέα, τώρα θα αλλάξω;

Τι άλλο; Μια που λέμε για social media, χαίρομαι πάρα πολύ που δεν έκανα ποτέ share αυτή τη βλακειούλα που "ποστάρουν" διάφοροι ότι "κάπου, κάποιος μιλάει στον ψυχίατρο του για σένα". Μπα... Εγώ δεν μιλάω ποτέ στον ψυχίατρο μου για σένα, διότι, όπως θα ξέρεις φαντάζομαι πολύ καλά, οι ψυχίατροι, οι ψυχόλογοι κοστίζουν πάρα πολύ. Ποιός έχει λεφτά στις μέρες μας για να ξοδέψει το ένα τέταρτο μιας συνεδρίας για να μιλήσει για τη γκόμενα ή τον γκόμενο. Εντάξει κάποιοι το κάνουν και δε θα το κρίνω, εγώ δε θα το έκανα όμως, διότι θεωρώ πως το κύριο χαρακτηριστικό του έρωτα δεν είναι το πάθος (που το έχω χεσμένο κιόλας ως αξία) αλλά η αταλάντευτη πεποίθηση για την αυταξία του. Άπαξ' και χρειάζεσαι ψυχολόγο, ψυχίατρο να κάτσει να σου πει αν ο τάδε άνθρωπος σου κάνει καλό ή κακό ή αν τον θες πραγματικά και πόσο τον θες και γιατί, ας το καλύτερα. Έδω και κύριε γιατρέ έχω έρθει επειδή θέλω τα φαρμακάκια μου, με την τάδε αφήστε να ξέρω εγώ καλύτερα, ο καθένας το επάγγελμα του σε αυτόν τον πλανήτη έτσι δεν είναι; Καταμερισμός εργασίας από τότε που κατεβήκαμε απ' τα δέντρα και δεν συμμαζεύεται το πράγμα. 

Κι άλλωστε πόσο εκβιαστικό είναι να πεις σε κάποιον ότι «Χθες είπα στο γιατρό μου για σένα». Έχουμε ξεφύγει τελείως.

Τέλος πάντων αυτά για τους ψυχιάτρους, πρόσφατα ανάκαλυψα πως μπορείς να χρησιμοποιήσεις αντιψυχωτικά σαν ηρεμιστικό. Το έμαθα φυσικά από φίλους που παίρνουν αντιψυχωτικά. Γιατί να χρησιμοποιεί κάτι τέτοιο ένας άνθρωπος σαν και μένα που είτε δεν κοιμάται καθόλου, είτε κοιμάται σαν μοσχαράκι, δηλαδή τελείως αναίσθητα; Έχω πνιγεί στο άγχος τώρα τελευταία. Ναι εντάξει είπαμε να μην είμαι πρότυπο αλλά το φανταζόμουν λίγο πιο κουλ το αντι-μικροαστιλίκι. Βιώνω μια κατάσταση διαρκής κρίσης και ταχυπαλμίας. Ζω σε μεσοαστική περιοχή όπως ξέρεις κι αυτό το κάνει ακόμα χειρότερο, κάθε στιγμή πιστεύω πως είναι η τελευταία μου, και κάθε διάψευση αυτού, κάθε καλή στιγμή δηλαδή, τη βιώνω ως παγίδα, ως ένδειξη για τα επόμενα που θα έρθουν.

Κι εσύ; Και εσύ τι είσαι; Μια κατάσταση διαρκής κρίσης και ταχυπαλμίας σε μια μεσοαστική περιοχή. Όμορφο. Αλλά δεν μου αρέσει το δράμα πλέον, δεν μου αρέσει το πάθος, απολαμβάνω την ηρεμία, οι καλύτερες στιγμές είναι αυτές που παίζω με τη γάτα μου ή που συζητάω ήρεμα με ανθρώπους και καταλήγουμε σε κάποιο εφαρμόσιμο συμπέρασμα. Χαρούμενος νιώθω όχι τόσο όταν βλέπω μήνυμα σου (και Θεέ μου εντάξει, λίγα πράγματα μου προκαλούν κρίσεις διπολικότητας, όσο η επικοινωνία μαζί σου) αλλά όταν ανακαλύπτω ένα καινούργιο μαγαζί με καφέ κάτω από ένα ευρώ το ποτήρι (το προηγούμενο έκλεισε). Κοινώς είμαι η βαρεμάρα προσωποποιημένη και καλά κάνω, θαρρώ είμαι πιο χρήσιμος έτσι, όχι πως η χρησιμότητα ήταν ποτέ στους άμεσους στόχους μου.

Αλλά σκεφτόμουν αυτές τις μέρες, τώρα που άλλοι απ' τους φίλους μου πάνε να δουλέψουν σεζόν, άλλοι πάνε για συνεντεύξεις (με τα γνωστά αποτελέσματα) κι άλλοι μιλάνε και ψάχνονται για δουλειά ή σχολιάζουν το πόσο δεν θέλουν -με καμία παναγία- να δουλέψουν, γενικότερα για το προλεταριάτο. Ναι εντάξει. Έχω βάλει πολύ νερό στο κρασί μου αλλά παραμένω ο ίδιος άνθρωπος που ανέκαθεν φοβάται μέχρι αηδίας για τη ζωή του. Το θεωρώ προσόν όμως ως ένα βαθμό. Οι εργάτες αγάπη μου ή τουλάχιστον πολλοί απ' αυτούς δεν παραδέχονται ανοιχτά ότι φοβούνται ή ακόμα χειρότερα δεν φοβούνται. Ίσως επειδή είμαστε ακόμα μικροί; Ποιός ξέρει... Πάντως είναι θλιβερό, ένας μεγαλύτερος φόβος για το θάνατο, μια μεγαλύτερη καταννόηση για την αδυναμία θα βοηθούσαν. Γιατί μέχρι τώρα αυτό που συμβαίνει είναι ότι είμαστε γεννημένοι σε μια χώρα που απ' το πρωί ως το βράδυ ακούμε πως έχει πρόβλημα υπογεννητικότητας, μα τα ποσοστά ανεργίας είναι υψηλά. Κι η γενιά μας παει οικειοθελώς και σαπίζει, οι πιο χαζοί τουλάχιστον, σε "μαλακά" ή "σκληρά" ντραγκζ, νόμιμα ή παράνομα για να έχει κάτι να κάνει μέχρι τον επόμενο πόλεμο που θα απελευθερώσει μερικές θέσεις στην αγορά εργασίας. Ή εναλλακτικά συλλαμβάνεται και σκοτώνεται φορώντας φανέλες εταιρειών σε διάφορα χρώματα και σχήματα. Καμιά φορά θυμάται και να αγαπήσει. Μα είμαστε δυστυχώς όλοι μας ή οι περισσότεροι από εμάς τόσο πολύ εθισμένοι στην κτητικότητα (εντάξει τουλάχιστον μερικοί δεν το κρύβουμε) που αναλλώνουμε ένα τόσο ωραίο συναίσθημα φτιάχνοντας για αυτό στρατόπεδα, δικαστήρια, στίβους πάλης και σταθμούς πρώτους βοηθειών. Είναι να απορείς αν τελικά έχουμε προγραμματιστεί να σκεφτόμαστε ιεραρχικά και οποιοσδήποτε άλλος τρόπος σκέψης ενστικτωδώς μας απωθεί.

Όπως και να έχει. Την προηγούμενη φορά που σου έγραψα ήμουν πιο αισιόδοξος, τώρα με έχει πάρει ξανά από κάτω. Όχι δε φταις, αντιθέτως, πως θα μπορούσες άλλωστε. Απλά αναρωτιέμαι μερικές φορές, γιατί, ενώ καταλαβαίνουμε ότι ζούμε σε μια κοινωνία που μας φωνάζει όλη μέρα ότι δεν ενδιαφέρεται με κανέναν τρόπο για εμάς, ότι η κηδεία μας της κοστίζει λιγότερο απ' ότι η περίθαλψη μας, πάμε και πέφτουμε μόνοι μας με τα μούτρα στη μηχανή του κιμά; Θέλουμε άραγε να τεστάρουμε αν μπλοφάρει; Δεν πρόκειται για μπλόφα. Κι εδώ σου έχω ένα μικρό tip-γρίφο. Πρέπει να σώσεις τον εαυτό σου darling. Κυρίως γιατί είναι υπέροχος (αυτό βλέπω τουλάχιστον εγώ), δηλαδή πρέπει να σώσεις το τομάρι σου, σε απλά ελληνικά κι ωστόσο οι άνθρωποι που κοιτάνε μόνο το τομάρι τους δεν αξίζουν τίποτα, παρα μόνο θλίψη και λύπηση. Δεν γίνεται να μείνεις ακριβώς όπως είσαι και να την παλέψεις κιόλας αλλά πρέπει ωστόσο να προσπαθήσεις, έτσι δεν είναι;

Κι άλλωστε έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, για καθέναν προλετάριο και προλετάρια που περνάει τα τριάντα, έχουμε και ένα μικρό θαύμα. Σωστά;

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Και κάτι πάνω της


Φυτεύω παλάμες και χέρια 
στον κήπο μου 
για να χω κάποιον να μου γνέφει «Αντίο!» το πρωί. 

Υπάρχει κάτι
 
που ενώνει τους λαούς του κόσμου; 
Η συνήθεια να αποφεύγεις τη μετακίνηση με ταξί. 

Μια οποιαδήποτε προοπτική 
 
θα μας έσωζε απ’ την κατάθλιψη. 
Η προοπτική μιας κηδείας με δημόσια δαπάνη; 

Πόσα θα γίνονταν ρε παιδί μου, 
 
αν σταματούσαμε να πίνουμε καφέδες έξω! 
Μα τι θα έκαναν τότε όσοι δουλεύουν σε καφετέριες; 

Σε συνέντευξη για δουλειά
 

αν ρωτήσουν «Γιατί να σε προσλάβω;» 
απαντήστε «Τράβα ψόφα ρε καραγκιόζη!» 
 
Οι τριγύρω άνθρωποι μιλάνε για τον εαυτό τους στη διαπασών, 
απ’ την κόκα πίνω μόνο το ντεπόν και πετάω τα υπόλοιπα. 
Και κάτι πάνω της με ηρεμεί. 
 
Εκείνη προσπαθεί να ρουφήξει τη ζωή όπως η ηλεκτρική σκούπα τη σκόνη. 
εγώ είμαι περισσότερο η σκόνη. με ξεκολλάνε με ένα βρεγμένο πανί απ' το αγαπημένο μου έπιπλο
επειδή περιμένουν επισκέπτες.


Σκέφτομαι πως «Θα μπορούσα να πεθάνω»,
μα 
αμέσως το πνίγω  στο «Θα μπορούσα να ζήσω;» 
Και κάτι πάνω της με ηρεμεί.