Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Στους άνδρες που κάθονται στην άκρη της μπάρας και ξέρουν λίγο από λογοτεχνία.

Όμορφοι και καλοντυμένοι
ξέρουν ανέκδοτα και μάρκες κρασιού
φοράνε πουκάμισο ανοιχτό με μπλουζάκι
τους αρέσουν τα ποδήλατα αλλά έχουν αμάξι
πηγαίνουν με αυτό στη δουλειά.
Ο πιο κοντός από δαύτους
μου ρίχνει ενα κεφάλι.
Τους αρέσει ο Πόε, κι ο Ουράνης και λίγο ο «Επαναστατημένος άνθρωπος» του Καμύ,
βγάζουν λεφτά,
το πολύ πολύ να πίνουν λίγο χόρτο,
μια συλλογή ποιήματα τους θα εκδοθεί
τον επόμενο Νοέμβρη
από σχετικά γνωστό εκδοτικό.
Λένε ότι κάτι λείπει απ’ την πολιτική σκηνή,
στα νιάτα τους διαβάζαν καστοριάδη
τώρα κανα αστυνομικό
απ’ τις εκδόσεις Λιβάνη.
Νομίζω
ότι ξέρουν από φλερτ
νομίζω
ότι κάνουν καλό σεξ
νομίζω
ότι κρατάνε με στυλ το ουίσκι
νομίζω
ότι εξισορροπούν γοητευτικά την ειρωνεία με την ευγένεια.

Ω φίλε
τους σιχαίνομαι
κι αυτούς
και το μπάρμαν που τους σερβίρει
και τον ιδιοκτήτη που ζητάει
«Κοπέλα για σέρβις, εμφανίσιμη»
και όλα αυτά τα καθήκια
που κάναν την ποίηση ένα ωραίο αξεσουάρ για λεφτάδες.

Στις κουζίνες οι λαντζιέρηδες πλένουν πιάτα και ποτήρια
κι εγώ σ’αγαπώ
αλλά εσύ δε θες να τρως στη μάπα την ευκοίλια που βγάζουν τα στερητικά της ηρωίνης
αλλά σ’αγαπάω
κι έχω μισή καρδιά για σένα
και μισή καρδιά
για την επιβίωση της ποίησης
στο πρόσωπο ενός λαντζιέρη που πίνει σπιντ κρυφά για να βγάλει τη βάρδια
και κλέβει που και που το αφεντικό.
Κανείς πελάτης του μπαρ δεν ξέρει για αυτά
για πρέζες
για σπίντες
περισσότερο για ανθρώπους που βγάζουν βάρδιες
και φυσικά δεν ξέρουν το πόσο λατρεύω
εσένα
και την τόσο απαράδεχτη ελπίδα μιας καλής κηδείας
με εσένα
να πετάς τα τριπάκια σου στον τάφο μου
και να λες
«Δεν μου χρειάζονται πια, το βασικό τέρας στη ζωή μου το είδα».

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Περίπου Τίποτα



Λένε πως η ποίηση είναι περίπου σα να κόβεις τα νύχια σου
και άντε, στη χειρότερη
σα να έχεις ξηροδερμία.
Eγώ νομίζω είναι σα να σου ξεριζώνουν την πλάτη
και να την κρεμάνε με δυο πράσινα μανταλάκια για να στεγνώσει
με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου.
Bγάζουμε τα άπλυτα μας στη φόρα
κι η αλήθεια είναι πως εδώ σπάνια πλένει κανείς τα ρούχα του.
Δεν έχεις το κουράγιο να ασχοληθείς με τη μόδα
αλλά και καμία μόδα
δεν έχει το κουράγιο να ασχοληθεί μαζί σου.
Δεν έχει σημασία
ο κόσμος
θα κάνει ακόμα εκατο χιλιάδες γενοκτονίες γύρω από τον εαυτό του
και θα σκάσει σα σάπιο καρπούζι.
Απ’ τις στιγμές που σε φίλαγα
θα μείνουν κάτι ερείπια στην χειρότερη
και περίπου τίποτα στην καλύτερη.
Αλλά δεν πειράζει
γιατί μπορούμε πλέον
να υπομένουμε
τον έρωτα και την απόγνωση
με το θάρρος και την τρέλα μιας 20χρονης πιανίστριας που βάζει φωτιά στα δάχτυλα της
και κρεμάει τα λευκά δερμάτινα γάντια της
στο καλοριφέρ
πρωτού βάλει την 9η συμφωνία να παίζει και ανάψει τσιγάρο
σιγομουρμουρίζοντας
«Κατάρα!»